σαμπό

το, Ν
άκλ. είδος ξύλινου πέδιλου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. sabot < γαλλ. savate «παλιό, φθαρμένο παπούτσι», κατ' επίδραση τού botte «υπόδημα»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Σάμπο, Ντέσαϊ — (Szabo). Ούγγρος συγγραφέας (1879 1945). Έγινε διάσημος με το δίτομο μυθιστόρημα του Το χωριό που αποσπάστηκε (1919), στο οποίο περιγράφει με ρεαλιστικότητα τους αγώνες ενός χωριού της Τρανσυλβανίας, που δοκιμάστηκε από τον πόλεμο. Άλλα σημαντικά …   Dictionary of Greek

  • Γκιγιόμ ντε Σαμπό — (Guillaume de Champeaux, 12ος αι.). Γάλλος σχολαστικός φιλόσοφος. Ίδρυσε στο Παρίσι τη σχολή του Αγίου Βίκτορα, που είχε πολλούς μαθητές με σπουδαιότερο τον Αβελάρδο, μετέπειτα αντίπαλό του. Το 1113 έγινε επίσκοπος του Σαλόν σιρ Μαρν και τάχθηκε… …   Dictionary of Greek

  • Ουγγαρία — Κράτος της κεντρικής Ευρώπης. Συνορεύει Β με τη Σλοβακία, ΒΑ με την Ουκρανία, Α με τη Ρουμανία, Ν με τη Σερβία Μαυροβούνιο, την Κροατία και τη Σλοβενία και Δ με την Αυστρία.Τα σύνορα τους O. καθορίστηκαν με τη συνθήκη του Τριανόν (1920), μετά τον …   Dictionary of Greek

  • ξυλοπάπουτσο — το είδος ξύλινου παπουτσιού, σαμπό …   Dictionary of Greek

  • πανεπιστήμιο — Σύνολο σχολών και ανώτερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, με σκοπό την καλλιέργεια και παροχή επιστημονικής γνώσης. Ιστορία. Μπορεί να υπήρχαν σχολές για ανώτερη μόρφωση και στην κλασική εποχή στην Ελλάδα και στη Ρώμη, δεν είχαν όμως οργάνωση με μόνιμο …   Dictionary of Greek

  • σαμποτάζ — Ο όρος προέρχεται από τη γαλλική λέξη sabotage που έχει γίνει διεθνής και αποδίνεται στα ελληνικά με τον όρο «δολιοφθορά». Στην αρχή ο όρος σήμαινε την καταστροφή ή τη βλάβη που προξενούσαν οι απεργοί (εργάτες βιομηχανίας) για να εμποδίσουν τη… …   Dictionary of Greek

  • σαμποτάρω — Ν διενεργώ σαμποτάζ. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. saboter «κάνω θόρυβο με τα τσόκαρα, τρυπώ σιδηρογραμμές για να περάσουν οι ράβδοι, ενεργώ γρήγορα και βιαστικά, κακομεταχειρίζομαι, βλάπτω» < sabot (βλ. λ. σαμπό)] …   Dictionary of Greek

  • σαμποτέρ — ο, Ν άκλ. άτομο που διενεργεί σαμποτάζ, ο δολιοφθορέας. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. saboteur «κακός εργάτης, πρόσωπο που καθυστερεί κάποια δουλειά, δολιοφθορέας» < sabot (βλ. λ. σαμπό)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.